
Οι κύστεις ωοθηκών είναι σχηματισμοί που αναπτύσσονται μέσα ή πάνω στην ωοθήκη και μπορεί να περιέχουν υγρό, αίμα ή, σπανιότερα, συμπαγή στοιχεία. Είναι ιδιαίτερα συχνές στις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας και οι περισσότερες είναι καλοήθεις.
Πολλές κύστεις δεν προκαλούν συμπτώματα και εντοπίζονται τυχαία κατά τον γυναικολογικό υπέρηχο. Η αντιμετώπισή τους εξαρτάται από την ηλικία της γυναίκας, την υπερηχογραφική εικόνα, το μέγεθος, τα συμπτώματα και το αν επιθυμεί εγκυμοσύνη.
Ποιοι είναι οι συχνότεροι τύποι κύστεων;
Λειτουργικές κύστεις
Σχηματίζονται στο πλαίσιο του φυσιολογικού εμμηνορρυσιακού κύκλου και περιλαμβάνουν τις ωοθυλακικές κύστεις και τις κύστεις του ωχρού σωματίου. Είναι οι συχνότερες κύστεις πριν από την εμμηνόπαυση και συνήθως υποχωρούν αυτόματα μέσα σε λίγους κύκλους.
Αιμορραγικές κύστεις
Δημιουργούνται όταν υπάρξει αιμορραγία μέσα σε μια λειτουργική κύστη. Μπορεί να προκαλέσουν αιφνίδιο ή μονόπλευρο πόνο, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις υποχωρούν χωρίς χειρουργική επέμβαση.
Ενδομητριώματα
Είναι κύστεις που σχετίζονται με την ενδομητρίωση και περιέχουν παλαιό αίμα. Μπορεί να συνοδεύονται από πόνο περιόδου, πόνο κατά τη σεξουαλική επαφή ή δυσκολία επίτευξης εγκυμοσύνης.
Δερμοειδείς κύστεις και κυσταδενώματα
Πρόκειται συνήθως για καλοήθεις όγκους της ωοθήκης. Σε αντίθεση με τις λειτουργικές κύστεις, δεν υποχωρούν συνήθως από μόνες τους και μπορεί να χρειαστούν παρακολούθηση ή χειρουργική αφαίρεση, ανάλογα με το μέγεθος και την εμφάνισή τους.
Οι πολυκυστικές ωοθήκες δεν αποτελούνται από πραγματικές κύστεις. Η χαρακτηριστική εικόνα οφείλεται στην παρουσία πολλών μικρών ωοθυλακίων και μπορεί να σχετίζεται με το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών. Η διάγνωση του συνδρόμου δεν τίθεται μόνο από το υπερηχογράφημα.
Ποια συμπτώματα μπορεί να προκαλέσει μια κύστη ωοθήκης;
Οι περισσότερες κύστεις είναι ασυμπτωματικές. Όταν προκαλούν ενοχλήματα, αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν:
- πόνο ή αίσθημα πίεσης χαμηλά στην κοιλιά,
- πόνο κυρίως στη μία πλευρά,
- αίσθημα βάρους ή φουσκώματος,
- πόνο κατά τη σεξουαλική επαφή,
- μεταβολές στην περίοδο,
- συχνοουρία ή πίεση στην ουροδόχο κύστη,
- γρήγορο κορεσμό μετά το φαγητό.
Επίμονα ή προοδευτικά συμπτώματα χρειάζονται γυναικολογική αξιολόγηση και δεν πρέπει να αποδίδονται αυτόματα σε μια γνωστή κύστη.
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η βασική εξέταση είναι το διακολπικό υπερηχογράφημα, το οποίο αξιολογεί:
- το μέγεθος και τη θέση της κύστης,
- αν είναι απλή ή σύνθετη,
- το περιεχόμενό της,
- την ύπαρξη διαφραγμάτων ή συμπαγών περιοχών,
- την αιμάτωσή της.
Σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας μπορεί, ανάλογα με τα συμπτώματα, να χρειαστεί τεστ εγκυμοσύνης.
Εξετάσεις αίματος, όπως το CA-125, ζητούνται μόνο σε επιλεγμένες περιπτώσεις. Το CA-125 δεν αποτελεί από μόνο του διαγνωστική εξέταση για καρκίνο, καθώς μπορεί να αυξηθεί και σε καλοήθεις καταστάσεις, όπως η ενδομητρίωση, η περίοδος ή μια φλεγμονή.
Όταν η υπερηχογραφική εικόνα δεν είναι σαφής, μπορεί να ζητηθεί μαγνητική τομογραφία. Η αξονική τομογραφία χρησιμοποιείται κυρίως όταν υπάρχει ουσιαστική υποψία κακοήθειας και χρειάζεται έλεγχος της έκτασης της νόσου.
Πώς αντιμετωπίζονται οι κύστεις ωοθηκών;
Παρακολούθηση
Μια απλή, ασυμπτωματική κύστη πριν από την εμμηνόπαυση συχνά δεν χρειάζεται θεραπεία. Αν απαιτείται επανέλεγχος, το χρονικό διάστημα καθορίζεται από το μέγεθος, τη μορφολογία και τον πιθανό τύπο της κύστης.
Δεν υπάρχει ένα ενιαίο πρόγραμμα επανελέγχου που να εφαρμόζεται σε όλες τις γυναίκες.
Φαρμακευτική αντιμετώπιση
Μπορεί να χρησιμοποιηθούν αναλγητικά για τον πόνο ή ορμονική θεραπεία όταν υπάρχει διαφορετική ένδειξη, όπως διαταραχή του κύκλου ή ενδομητρίωση.
Τα αντισυλληπτικά δεν επιταχύνουν την εξαφάνιση μιας ήδη υπάρχουσας λειτουργικής κύστης και δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως θεραπεία που «διαλύει» την κύστη.
Χειρουργική αντιμετώπιση
Χειρουργική επέμβαση μπορεί να χρειαστεί όταν η κύστη:
- προκαλεί σημαντικό ή επίμονο πόνο,
- μεγαλώνει ή παραμένει σε διαδοχικούς ελέγχους,
- έχει σύνθετα ή ύποπτα υπερηχογραφικά χαρακτηριστικά,
- προκαλεί συστροφή, ρήξη ή σημαντική αιμορραγία,
- δεν μπορεί να χαρακτηριστεί με ασφάλεια με τις διαθέσιμες εξετάσεις.
Η απόφαση δεν βασίζεται μόνο στο μέγεθος της κύστης.
Όταν είναι εφικτό, η αφαίρεση γίνεται με λαπαροσκόπηση, με στόχο τη διατήρηση όσο το δυνατόν μεγαλύτερου τμήματος της φυσιολογικής ωοθήκης. Ανοιχτή επέμβαση μπορεί να χρειαστεί σε πολύ μεγάλους σχηματισμούς ή όταν υπάρχει σοβαρή υποψία κακοήθειας.
Κύστεις ωοθηκών και γονιμότητα
Οι περισσότερες λειτουργικές ή καλοήθεις κύστεις δεν επηρεάζουν άμεσα τη γονιμότητα. Ωστόσο, τα ενδομητριώματα και ορισμένες παθήσεις που συνδέονται με κύστεις μπορεί να σχετίζονται με υπογονιμότητα.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται πριν από χειρουργική επέμβαση σε γυναίκες που επιθυμούν εγκυμοσύνη. Η αφαίρεση μιας κύστης, κυρίως ενός ενδομητριώματος, μπορεί να μειώσει μέρος του υγιούς ωοθηκικού ιστού και να επηρεάσει το ωοθηκικό απόθεμα.
Πριν από την επέμβαση πρέπει να συνεκτιμώνται:
- η ηλικία της γυναίκας,
- το ωοθηκικό απόθεμα,
- αν η κύστη είναι μονόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη,
- προηγούμενες επεμβάσεις στις ωοθήκες,
- η ένταση των συμπτωμάτων,
- το συνολικό αναπαραγωγικό πλάνο.
Η παρουσία ενδομητριώματος δεν αποτελεί από μόνη της λόγο χειρουργικής αφαίρεσης πριν από την εξωσωματική γονιμοποίηση. Η απόφαση πρέπει να εξατομικεύεται.
Τι ισχύει μετά την εμμηνόπαυση;
Μετά την εμμηνόπαυση κάθε νέο ωοθηκικό εύρημα χρειάζεται σωστή αξιολόγηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε κύστη είναι επικίνδυνη ή ότι πρέπει να αφαιρεθεί.
Μικρές, απλές κύστεις με καθησυχαστική υπερηχογραφική εικόνα μπορεί να μη χρειάζονται χειρουργείο ή ακόμη και συστηματική παρακολούθηση. Αντίθετα, σύνθετες, αυξανόμενες ή συμπτωματικές κύστεις χρειάζονται πληρέστερο έλεγχο.
Πότε χρειάζεται άμεση ιατρική εκτίμηση;
Αναζητήστε άμεσα ιατρική βοήθεια σε περίπτωση:
- ξαφνικού και έντονου πόνου χαμηλά στην κοιλιά,
- πόνου που συνοδεύεται από ναυτία ή εμετό,
- ζάλης, αδυναμίας ή λιποθυμικής τάσης,
- πυρετού,
- έντονης κοιλιακής ευαισθησίας.
Τα συμπτώματα αυτά μπορεί να σχετίζονται με συστροφή της ωοθήκης, ρήξη κύστης ή ενδοκοιλιακή αιμορραγία και χρειάζονται επείγουσα αξιολόγηση.
Συμπέρασμα
Οι κύστεις ωοθηκών είναι συχνές και στις περισσότερες περιπτώσεις καλοήθεις. Δεν χρειάζονται όλες θεραπεία ούτε κάθε μεγάλη κύστη οδηγεί αυτομάτως σε χειρουργείο.
Η σωστή αντιμετώπιση βασίζεται στην υπερηχογραφική εικόνα, την ηλικία, τα συμπτώματα και τις αναπαραγωγικές επιθυμίες κάθε γυναίκας. Ο στόχος είναι να αποφεύγονται τόσο οι άσκοπες επεμβάσεις όσο και η καθυστέρηση διερεύνησης ενός ύποπτου ευρήματος.
Διαβάστε περισσότερα στην κεντρική σελίδα για τις γυναικολογικές παθήσεις.
Σημείωση: Το παρόν άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν αντικαθιστά την ιατρική συμβουλή.
Σεραφείμ Χ. Πούσιας M.D, M.Sc, Ph.D
Μαιευτήρας – Χειρουργός Γυναικολόγος, Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Ειδικός Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής




