
Η υπογονιμότητα επηρεάζει περίπου ένα στα έξι ζευγάρια που προσπαθούν να αποκτήσουν παιδί. Στις περισσότερες περιπτώσεις εντοπίζεται ένα σαφές αίτιο, όπως διαταραχές ωορρηξίας, προβλήματα στις σάλπιγγες ή μη φυσιολογικό σπέρμα. Ωστόσο, σε έως περίπου 30% των ζευγαριών που διερευνώνται για υπογονιμότητα, ο βασικός διαγνωστικός έλεγχος δεν αναδεικνύει συγκεκριμένη αιτία. Η κατάσταση αυτή ονομάζεται ανεξήγητη υπογονιμότητα.
Τι είναι η ανεξήγητη υπογονιμότητα;
Η διερεύνηση της υπογονιμότητας συνήθως ξεκινά μετά από 12 μήνες τακτικών επαφών χωρίς αντισύλληψη, όταν η γυναίκα είναι κάτω των 35 ετών, ή μετά από 6 μήνες όταν είναι 35 ετών ή μεγαλύτερη. Σε γυναίκες άνω των 40 ετών ή όταν υπάρχει γνωστός παράγοντας που μπορεί να επηρεάζει τη γονιμότητα, η αξιολόγηση πρέπει να ξεκινά νωρίτερα.
Η διάγνωση της ανεξήγητης υπογονιμότητας τίθεται όταν ο βασικός έλεγχος και των δύο συντρόφων δεν αναδεικνύει συγκεκριμένη αιτία που να εξηγεί τη δυσκολία σύλληψης.
Ο βασικός έλεγχος περιλαμβάνει:
– Ηλικία του ζευγαριού,
– Καταγραφή του ιατρικού και αναπαραγωγικού ιστορικού του ζευγαριού, σε συνδυασμό με κλινική εξέταση.
– Ορμονικό έλεγχο (FSH, LH, TSH, προλακτίνη κ.ά.) και στοχευμένες αιματολογικές εξετάσεις, ανάλογα με το ιστορικό και την κλινική εικόνα,
– Αξιολόγηση του εμμηνορρυσιακού κύκλου και της ωοθηκικής λειτουργίας της γυναίκας,
– Γυναικολογική και υπερηχογραφική εκτίμηση της μήτρας, των ωοθηκών και της πυέλου,
– Διαβατότητα σαλπίγγων (υστεροσαλπιγγογραφία ή υπερηχογραφική υστεροσαλπιγγογραφία/HyFoSy).
– Σπερμοδιάγραμμα και αιματολογικές εξετάσεις του συντρόφου όταν υπάρχει παθολογικό εύρημα ή σχετική κλινική ένδειξη.
Σε γυναίκες με σταθερούς, τακτικούς κύκλους, δεν απαιτείται συνήθως ξεχωριστή επιβεβαίωση της ωορρηξίας με προγεστερόνη ή επαναλαμβανόμενη υπερηχογραφική παρακολούθηση.
Η AMH, η FSH και η καταμέτρηση των ωοθυλακίων χρησιμοποιούνται κυρίως για την εκτίμηση της ωοθηκικής εφεδρείας και της αναμενόμενης ανταπόκρισης σε πιθανή διέγερση. Δεν επιβεβαιώνουν από μόνες τους τη διάγνωση της ανεξήγητης υπογονιμότητας και δεν προβλέπουν με ακρίβεια την πιθανότητα φυσικής σύλληψης.
Εξετάσεις όπως η υστεροσκόπηση, η λαπαροσκόπηση, η βιοψία ενδομητρίου και οι πιο εξειδικευμένες εξετάσεις σπέρματος δεν απαιτούνται ως έλεγχος ρουτίνας μόνο και μόνο για να τεθεί η διάγνωση. Ζητούνται όταν υπάρχει συγκεκριμένη κλινική ένδειξη.
Πιθανά αίτια
Η ανεξήγητη υπογονιμότητα δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει κάποιος παράγοντας που δυσκολεύει τη σύλληψη. Σημαίνει ότι ο βασικός διαγνωστικός έλεγχος του ζευγαριού δεν έχει αναδείξει συγκεκριμένη αιτία.
Η φυσική σύλληψη είναι μια σύνθετη διαδικασία που περιλαμβάνει πολλά διαδοχικά στάδια, από την ωορρηξία και τη λειτουργία των σπερματοζωαρίων έως τη γονιμοποίηση, την πρώιμη ανάπτυξη του εμβρύου και την εμφύτευσή του στο ενδομήτριο. Δεν είναι δυνατόν όλα αυτά τα στάδια να αξιολογηθούν άμεσα και με ακρίβεια με τις εξετάσεις που χρησιμοποιούνται στην καθημερινή κλινική πράξη.
Επομένως, ενδέχεται να υπάρχουν παράγοντες που δεν μπορούν να εντοπιστούν με τον διαθέσιμο έλεγχο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να πραγματοποιούνται εκτεταμένες ή μη τεκμηριωμένες εξετάσεις χωρίς συγκεκριμένη κλινική ένδειξη.
Μερικές πιθανές εξηγήσεις είναι:
– Μικρές διαταραχές της ωορρηξίας ή της ωχρινικής φάσης.
– Μειωμένη ποιότητα ωαρίων ή σπερματοζωαρίων που δεν ανιχνεύεται στις εξετάσεις.
– Ήπια ή μέτρια ενδομητρίωση.
– Υποκλινικές παθήσεις (π.χ. διαβήτης, θυρεοειδής).
– Μη ιδανικός χρονισμός των επαφών σε σχέση με τις γόνιμες ημέρες.
– Παθολογία της ενδομητρικής κοιλότητας, όπως πολύποδες, υποβλεννογόνια ινομυώματα, συμφύσεις ή χρόνια ενδομητρίτιδα.
Η σημασία της ηλικίας
Η ηλικία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν τη γονιμότητα. Με την αύξηση της ηλικίας της γυναίκας μειώνονται ο αριθμός και η αναπαραγωγική ικανότητα των ωαρίων, ενώ αυξάνεται η πιθανότητα χρωμοσωμικών ανωμαλιών στα έμβρυα. Ως αποτέλεσμα, μειώνεται η πιθανότητα εγκυμοσύνης και αυξάνεται ο κίνδυνος αποβολής.
Η ηλικία του άνδρα μπορεί επίσης να επηρεάσει σταδιακά ορισμένα χαρακτηριστικά του σπέρματος και την ακεραιότητα του γενετικού υλικού των σπερματοζωαρίων. Η επίδρασή της στη γονιμότητα είναι, ωστόσο, συνήθως μικρότερη και λιγότερο προβλέψιμη από την επίδραση της ηλικίας της γυναίκας.
Η μείωση της γονιμότητας γίνεται πιο έντονη μετά τα 35 έτη και ιδιαίτερα μετά τα 40. Για τον λόγο αυτό, η ηλικία επηρεάζει όχι μόνο την πρόγνωση, αλλά και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο μπορεί να είναι λογική η αναμονή ή η προσπάθεια με σπερματέγχυση πριν από την εξωσωματική γονιμοποίηση.
Μπορεί να υπάρξει εγκυμοσύνη;
Ναι. Η ανεξήγητη υπογονιμότητα δεν σημαίνει ότι η φυσική σύλληψη είναι αδύνατη. Σε αρκετά ζευγάρια η εγκυμοσύνη μπορεί να επιτευχθεί χωρίς θεραπεία.
Η πιθανότητα φυσικής σύλληψης, όμως, δεν είναι ίδια για όλους. Επηρεάζεται κυρίως από την ηλικία του ζευγαριού, τη διάρκεια των προσπαθειών και το ιστορικό του ζευγαριού.
Για τον λόγο αυτό, σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να προταθεί ένα περιορισμένο διάστημα αναμονής, ενώ σε άλλες είναι προτιμότερο να προχωρήσουμε νωρίτερα σε σπερματέγχυση ή εξωσωματική γονιμοποίηση, ώστε να μη χαθεί πολύτιμος χρόνος.
Ποιες είναι οι θεραπευτικές επιλογές;
Η αντιμετώπιση εξατομικεύεται ανάλογα με την ηλικία, τη διάρκεια της υπογονιμότητας και τις επιθυμίες του ζευγαριού. Οι διεθνείς οδηγίες συστήνουν:
1. Αλλαγές τρόπου ζωής: διακοπή καπνίσματος, περιορισμός αλκοόλ και καφεΐνης, υγιές βάρος, ισορροπημένη διατροφή και τακτική άσκηση.
2. Βελτιστοποίηση χρονισμού επαφών με τη βοήθεια τεστ ωορρηξίας ή παρακολούθησης κύκλου.
3. Σπερματέγχυση (IUI), συνήθως για 2-3 κύκλους.
4. Εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF) σε ζευγάρια μεγαλύτερης ηλικίας ή μετά από αποτυχία πιο ήπιων μεθόδων. Η χρήση ICSI δεν υπερτερεί της κλασικής IVF, εκτός αν υπάρχει ανδρικός παράγοντας.
5. Λαπαροσκόπηση μόνο όταν υπάρχει υποψία ενδομητρίωσης ή συμφύσεων, όχι ως εξέταση ρουτίνας.
Συμπέρασμα
Η ανεξήγητη υπογονιμότητα δεν είναι αδιέξοδο. Αντανακλά τα όρια της ιατρικής γνώσης και την πολυπλοκότητα της αναπαραγωγής. Με σωστή ενημέρωση, εξατομικευμένη θεραπεία και υποστήριξη, τα περισσότερα ζευγάρια καταφέρνουν να εκπληρώσουν το όνειρο της γονεϊκότητας.
Διαβάστε περισσότερα στην κεντρική σελίδα για την εξωσωματική γονιμοποίηση.
Σημείωση: Το παρόν άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν αντικαθιστά την ιατρική συμβουλή.
Σεραφείμ Χ. Πούσιας M.D, M.Sc, Ph.D
Μαιευτήρας – Χειρουργός Γυναικολόγος, Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Ειδικός Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής




